Η Οργανική Λίπανση στην βιολογική καλλιέργεια της ελιάς

ceb5cebbceb9ceb11

Ακούμε συχνά για «κατάλληλα λιπάσματα για την ελιά» ή ακόμα και για «λιπάσματα της ελιάς». Ποια είναι αυτά, άραγε; Υπάρχουν τέτοια;
Σε τέτοιες γενικές και αόριστες ερωτήσεις, η απάντηση είναι μια και σαφής: όχι, δεν υπάρχουν!
Προτού αιτιολογηθεί η απάντηση αυτή, να σημειωθεί πως το βασικό μέλημα του ελαιοκαλλιεργητή, ιδιαίτερα του βιοκαλλιεργητή ελιάς θα πρέπει να είναι η διατήρηση ενός γόνιμου εδάφους. Το έδαφος δεν αποτελεί απλά ένα υπόστρωμα πάνω στο οποία στηρίζεται και αναπτύσσεται το φυτό ούτε μια «δεξαμενή» στην οποία ρίχνουμε τα απαραίτητα λιπάσματα ώστε να δώσουν παραγωγή οι ελιές μας.

Το έδαφος είναι ένας «ζωντανός» οργανισμός, μέσα στον οποίο αναπτύσσονται πολλές μορφές ζωής, ορατές στο γυμνό μάτι αλλά και μικροοργανισμοί. Η ύπαρξη, η διατήρηση και η αύξηση του πληθυσμού των μικροοργανισμών αυτών είναι παράγοντας πρωταρχικής σημασίας για την ευφορία, την ανάπτυξη και την παραγωγή της ελιάς.

Άρα, στόχοι της θρέψης σε έναν ελαιώνα είναι, καταρχήν, η δημιουργία ενός εδάφους γόνιμου, καλής φυσικής κατάστασης, με κατάλληλη υφή και δομή και η διατήρηση της βιοποικιλότητας και της αειφορίας του. Ένα τέτοιο έδαφος εξασφαλίζει μεγαλύτερες ποσότητες και καλύτερη ποιότητα στα προϊόντα της ελιάς, καθώς το ριζικό της σύστημα θα είναι καλύτερα ανεπτυγμένο, θα αερίζεται περισσότερο, το νερό (που συνήθως λείπει στους πολλούς, ξηρικούς ελαιώνες της Ελλάδας) θα συγκρατείται καλύτερα στο έδαφος και τα θρεπτικά στοιχεία του εδάφους θα είναι περισσότερο διαθέσιμα στα φυτά, λόγω της παρουσίας των μικροοργανισμών.

Μάλιστα, οι βιοκαλλιεργητές της ελιάς ούτως ή άλλως δεσμεύονται από τη σχετική νομοθεσία, τον ευρωπαϊκό Κανονισμό (ΕΚ) 834/07, ο οποίος στο άρθρο 12, σημείο 1 (α-γ) αναφέρει πως πρωταρχικός σκοπός των καλλιεργητών θα πρέπει να είναι «…η διατήρηση και η αύξηση των οργανικών υλών του εδάφους, η βελτίωση της σταθερότητάς του και της βιοποικιλότητάς του και η αποτροπή της συμπίεσης και της διάβρωσής του…». Στα ίδια σημείο, αναφέρεται πως «…η γονιμότητα και η βιολογική δραστικότητα του εδάφους θα πρέπει να διατηρείται και να βελτιώνεται με πολυετή αμειψισπορά που περιλαμβάνει ψυχανθή και άλλες καλλιέργειες χλωρής λίπανσης, και με τη διασπορά κόπρου ζώων ή οργανικών υλών, αμφοτέρων κατά προτίμηση λιπασματοποιημένων, από βιολογική παραγωγή…».

Μόνο όταν οι καλλιεργητικές αυτές τεχνικές και πρακτικές δεν επαρκούν, τότε μπορεί ο βιοκαλλιεργητής να χρησιμοποιήσει λιπάσματα και βελτιωτικά εδάφους (βλέπε Παράρτημα Ι, στο τέλος).

Η απάντηση σε ένα άλλο συχνό ερώτημα των καλλιεργητών, «τι ποσότητες θρεπτικών στοιχείων απαιτούν τα ελαιόδεντρα» είναι πολύπλοκη και για να απαντηθεί θα πρέπει πρώτα να ληφθούν υπόψη αρκετές παράμετροι (η ηλικία, το ύψος, το σχήμα και η ποικιλία των δένδρων, η φυσικοχημική κατάσταση και η κλίση του εδάφους, η δυνατότητα άρδευσης κ.α.). Ωστόσο και για τις ανάγκες του άρθρου, μπορεί ενδεικτικά να λεχθεί ότι οι κάθε έτος και ανά στρέμμα ελαιώνα, αφαιρούνται από το έδαφος οι εξής ποσότητες των παρακάτω θρεπτικών στοιχείων:

  • Άζωτο (Ν) 1,5 – 3,5 Kg
  • Φώσφορος (P2Ο5) 0,8 – 2 Kg
  • Κάλιο (K K2O O) 2 – 5 Kg
  • Ασβέστιο (CaO) 2 – 5 Kg

Το θέμα της θρέψης των βιολογικών ελαιόδεντρων λοιπόν, δεν αντιμετωπίζεται απλώς με μια τυχαία επιλογή ενός λιπάσματος. Για το λόγο αυτό ένα προϊόν θρέψης/λίπασμα είναι κατάλληλο για τις ελιές μας όταν περιέχει σε σωστή αναλογία τα κατάλληλα θρεπτικά συστατικά και την οργανική ουσία που απαιτούν τα συγκεκριμένα ελαιόδεντρα. Θα πρέπει πρώτα, με τη βοήθεια και τις συμβουλές ενός εξειδικευμένου επιστήμονα/γεωπόνου, να έχει καταρτιστεί ένα σχέδιο θρέψης.

Επειδή η καλύτερη και οικονομικότερη λίπανση είναι η ορθολογική και η σωστή θρέψη, θεωρείται απαραίτητη η πραγματοποίηση ανάλυσης εδάφους, ίσως και φυλλοδιαγνωστικής (ανάλυση φύλλων και φυτικών ιστών).

Η καλύτερη περίοδος για τη λήψη δείγματος από το έδαφος είναι το φθινόπωρο, πριν/κατά τις πρώτες βροχοπτώσεις και για τη φυλλοδιαγνωστική το τέλος χειμώνα/αρχές άνοιξης.

Έχοντας πλέον ο βιοκαλλιεργητής στη διάθεσή του και τα αποτελέσματα των αναλύσεων αυτών, μπορεί να καταρτίσει, πάντα με τη βοήθεια του γεωπόνου/συμβούλου το σχέδιο θρέψης του ελαιώνα του. Το σχέδιο αυτό θα έχει ορίζοντα πενταετίας και θα πρέπει να επανεκτιμηθεί μετά από 4-5 χρόνια, με νέα ανάλυση εδάφους.

Στο σχέδιο αυτό θα αναφέρονται όλες οι καλλιεργητικές πρακτικές και τα προϊόντα θρέψης που θα χρησιμοποιηθούν ώστε το έδαφος να αποκτήσει τις επιθυμητές φυσικοχημικές ιδιότητες και το επίπεδο οργανικής ουσίας που θέλουμε. Έπειτα θα ακολουθούν ετήσιες διορθωτικές επεμβάσεις λίπανσης.

Πρακτικά, τα φωσφορούχα και καλιούχα λιπάσματα καλό είναι να ενσωματώνονται στο έδαφος νωρίς το χειμώνα. Ο λόγος είναι πως επειδή τα περισσότερα από αυτά είναι ορυκτής προέλευσης, απαιτείται περισσότερος χρόνος σε σχέση με τα αζωτούχα λιπάσματα για την αφομείωσή τους από τα δέντρα. Επίσης, όταν εφαρμόζονται οργανικά υλικά θα πρέπει να ενσωματώνονται ελαφρώς στο έδαφος για την καλύτερη και ταχύτερη αφομείωσή τους. Η καλύτερη περίοδος ενσωμάτωσής τους είναι το φθινόπωρο, με τις πρώτες βροχοπτώσεις.

Είναι γνωστό πως η ελιά μπορεί να αναπτυχθεί σε ποικιλία εδαφών και είναι από τα ελάχιστα φυτικά είδη που δίνει παραγωγή σε εδάφη ξηρικά και άγονα. Ωστόσο, για να μπορέσει να αποδώσει ικανοποιητική παραγωγή και εισόδημα στον καλλιεργητή, θα πρέπει να φροντίσει ο παραγωγός να υπάρχει επάρκεια οργανικής ουσίας και των απαραίτητων θρεπτικών στοιχείων.

Ως γενικός κανόνας, μπορεί να λεχθεί πως από τα κύρια θρεπτικά στοιχεία η ελιά απαιτεί ετησίως άζωτο, κάλιο και ίσως μαγνήσιο και ασβέστιο. Συνήθως δεν παρατηρείται τροφοπενία φωσφόρου στους ελληνικούς ελαιώνες, είναι όμως στοιχείο απαραίτητο κατά τη φύτευση νέων δεντρυλλίων ελιάς (βλέπε παρακάτω).

Από τα ιχνοστοιχεία, αναφέρονται μερικά από αυτά που πιθανώς να χρειάζονται οι ελιές μας: μαγγάνιο, ψευδάργυρος, χαλκός, βόριο, σίδηρος κ.α.

Να σημειωθεί πως η έλλειψη του αζώτου και του βορίου επηρεάζει σε σημαντικό βαθμό την παρενιαυτοφορία στις ελιές (άλλοι παράγοντες είναι το κλάδεμα, οι περιβαλλοντικές συνθήκες κατά τους μήνες Φεβρουάριο και Μάρτιο και το ‘’φορτσάρισμα’’ των δέντρων, δηλ. οι υπερβολές στην χορήγηση αζώτου και στην άρδευση). Παρενιαυτοφορία ονομάζεται το φαινόμενο της διαδοχικής εναλλαγής χρονιάς μεγάλης παραγωγής με επόμενη χρονιά μειωμένης ως μηδενικής καρποφορίας. Αυτό ασφαλώς είναι ανεπιθύμητο για τους καλλιεργητές καθώς εάν τη χρονιά της μεγάλης παραγωγής οι ελιές αντιμετωπίσουν δυσχερείς καιρικές συνθήκες ή σοβαρή προσβολή από δάκο ή άλλο εχθρό/ασθένεια, ο παραγωγός θα μείνει για 3 έτη με πολύ χαμηλή σοδειά.
Στη βιολογική γεωργία/ελαιοκομία ο εμπλουτισμός του εδάφους με οργανική ουσία και οι λοιποί πρωταρχικοί στόχοι, όπως τους παραθέτει και ο σχετικός Κανονισμός (ΕΚ) 834/07, πραγματοποιούνται με έναν ή με συνδυασμό από τους εξής τρόπους:

Α) με τη χλωρή λίπανση,

Β) με την ενσωμάτωση στο έδαφος οργανικών υλικών,

και αν αυτά δεν επαρκούν

Γ) με άλλες μορφές λίπανσης (πετρώματα, εκχυλίσματα, και διάφορα άλλα υποπροϊόντα. Βλέπε Παράρτημα Ι του Κανονισμού (ΕΚ) 889/08, στο τέλος)
Α) Χλωρή λίπανση

Θεωρείται παλιά και παραδοσιακή τεχνική. Με τον όρο χλωρή λίπανση εννοούμε τη σπορά στον αγρό ενός η συνδυασμού φυτών συγκεκριμένων οικογενειών, με σκοπό:

–        Τη μείωση της αιολικής και υδατικής διάβρωσης του εδάφους

–        Την αύξηση της συγκέντρωσης αζώτου και χούμου στο έδαφος

–        Τη δημιουργία καλύτερης δομής και ενός πιο ΄΄αφράτου’’ εδάφους

–        Την ουσιαστικότερη αντιμετώπιση κάποιων αγριόχορτων (τα φυτά χλωρής λίπανσης ΄΄πνίγουν΄΄ κάποια ανεπιθύμητα αγριόχορτα, π.χ. αγριοβρώμη)

–        Τη μείωση της έκπλυσης των θρεπτικών στοιχείων του εδάφους σε βαθύτερα στρώματα

Ως φυτά χλωρής λίπανσης μπορούν οι καλλιεργητές να χρησιμοποιήσουν τα: σιτηρά, τριφύλλια, βίκος, μηδική, μπιζέλι, λούπινο, φακή, κτηνοτροφικά κουκιά και ρεβίθια κ.α. Στην πράξη χρησιμοποιούνται κυρίως δύο οικογένειες φυτών για χλωρή λίπανση, τα ψυχανθή και τα αγρωστώδη. Κάθε οικογένεια εμφανίζει πλεονεκτήματα και μειονεκτήματα και για την επιλογή των φυτών θα πρέπει να συνεκτιμηθούν διάφοροι παράγοντες (βλέπε σχέδιο θρέψης).

Η σπορά πραγματοποιείται τέλος φθινόπωρο/αρχές χειμώνα, αναλόγως και με την εποχή συγκομιδής των ελιών.

Μια καλή πρακτική είναι η σπορά του φυτού χλωρής λίπανσης να γίνεται κάθε 2 σειρές (στους γραμμικούς ελαιώνες) και στις ενδιάμεσες σειρές να εφαρμόζονται οργανικά υλικά. Σκοπός της τεχνικής αυτής είναι ο συνδυασμός των πλεονεκτημάτων των δύο αυτών μεθόδων θρέψης και η διευκόλυνση της πραγματοποίησης των καλλιεργητικών εργασιών στις ενδιάμεσες σειρές

Αυτό που θα πρέπει να αποφασίσει με ιδιαίτερη προσοχή ο βιοκαλλιεργητής είναι πώς θα διαχειριστεί τα φυτά χλωρής λίπανσης.

Έχει τις εξής επιλογές:

–        Την ενσωμάτωσή τους στο έδαφος όταν έχει ανθήσει το μεγαλύτερο μέρος των φυτών

–        Την επιφανειακή κοπή τους και την παραμονή τους στο έδαφος ως επίστρωμα

–        Την κοπή τους και τη συγκομιδή τους ως σανό για ζωοτροφή

–        Τέλος, αν ο καλλιεργητής εκτρέφει ζώα, μπορεί να χρησιμοποιήσει τα φυτά ως χλωρή βόσκηση για τα ζώα του. Είναι προφανές πως η επιλογή αυτή έχει τα λιγότερο ευεργετικά αποτελέσματα για τον ελαιώνα.

Ως ένα σύνηθες παράδειγμα χλωρής λίπανσης στους ελληνικούς αγρούς, αναφέρεται η σπορά τον Δεκέμβριο μήνα μίγματος βίκου και κάποιου αγρωστώδους, π.χ. κριθαριού, σε αναλογία 3:1, με σύνολο σπόρου 8-10 κιλά/στρέμμα και με ελαφριά ενσωμάτωση την άνοιξη, όταν έχει ανθίσει ο βίκος.

Παρακάτω παρουσιάζεται η πρόσληψη αζώτου από το έδαφος έπειτα από μια χρονιά καλλιέργειας ψυχανθούς

Πρόσληψη Αζώτου στο έδαφος σε ένα έτος από διάφορα είδη ψυχανθών

Είδος Φυτού

Πρόσληψη Αζώτου (κιλά/στρέμμα)

Είδος Φυτού

Πρόσληψη Αζώτου (κιλά/στρέμμα)

Μηδική

22

Τριγονέλλα

9

Λούπινο

17

Βίκος

9-20

Μελίλωτος

13

Μπιζέλια

8

Τριφύλλι λειμώνιο

13

Σόγια

6,5

Φακή

11,5

Αραχίδα

4,5

Τριφύλλι σαρκόχρουν

10,5

Φασόλια*

4,5

Βίγνα

10

 

* Το φασόλι δεν πρέπει να επιλέγεται στην περίπτωση της ελιάς λόγω πιθανότητας μετάδοσης της ασθένειας βερτισιλλίωση (προσβάλλει και το φασόλι και την ελιά) στα ελαιόδεντρα.

Είναι γνωστό πως το ριζικό σύστημα της ελιάς είναι επιφανειακό. Ο βιοκαλλιεργητής θα πρέπει να αποφεύγει τη βαθιά κατεργασία του εδάφους, τόσο για να μην τραυματίζονται οι ρίζες αλλά και γιατί υπάρχει ο κίνδυνος μετάδοσης μέσω των ριζών μερικών πολύ σοβαρών εδαφογενών ασθενειών της ελιάς (βερτισίλλιο, καρκίνωση κ.α.). Για το λόγο αυτό, η διασπορά/ενσωματώση των οργανικών υλικών και η σπορά/ενσωμάτωση των φυτών χλωρής λίπανσης θα πρέπει να μη γίνεται κοντά στο ριζικό σύστημα των δέντρων αλλά πέρα από τη «σκιά» της κόμης των δέντρων. Τέλος, όπου υπάρχει η δυνατότητα, συστήνεται ανεπιφύλακτα ο καταστροφέας και όχι η φρέζα ως μηχανική μέθοδος αντιμετώπισης των αγριόχορτων.

Β) Οργανικά υλικά

Με τον όρο οργανικά υλικά εννοούμε τις κοπριές αγροτικών ζώων και τα διάφορα είδη κόμποστ. Θεωρείται απαραίτητη η παρουσία τους, ιδιαίτερα σε αγροκτήματα με χαμηλά επίπεδα οργανικής ουσίας (<1%).

Κόμποστ

Κόμποστ είναι το τελικό οργανικό υλικό που προκύπτει από την αερόβια ζύμωση φυτικών ή/και υπολειμμάτων ζωϊκής προέλευσης. Στη δημιουργία του κόμποστ μπορεί να συμμετέχουν και άλλα υλικά, όπως σκόνες πετρωμάτων, στάχτες, φύκια, παλιό κόμποστ κ.α. Υπάρχει πληθώρα εμπορικών κόμποστ στην ελληνική αγορά, θα μπορούσε όμως και ο ίδιος ο βιοκαλλιεργητής να παρασκευάσει δικό του, εκμεταλλευόμενος τα φυτικά και ζωϊκά υπολείμματα που υπάρχουν σε μονάδες στην ευρύτερη περιοχή του. Τα ελαιόφυλλα που μένουν από τη διαδικασία εξαγωγής του ελαιολάδου στα ελαιοτριβεία, μπορούν και συστήνεται να συμμετέχουν στο κόμποστ.

Αυτό όμως που δεν συστήνεται είναι η δημιουργία κόμποστ από τους ίδιους τους καλλιεργητές, χωρίς πρώτα να έχουν συμβουλευτεί τη βιβλιογραφία αλλά και εξειδικευμένους επιστήμονες για τον τρόπο και τα στάδια παραγωγής ενός κόμποστ. Ένα κόμποστ μη καλά ζυμωμένο θα μπορούσε να προκαλέσει σοβαρές ζημιές, ιδιαίτερα σε νεαρά δέντρα ελιάς.

Πρακτικά, τα κόμποστ φυτικών υπολειμμάτων στην ελαιοκομία χρησιμοποιούνται κυρίως στη φύτευση δέντρων ελιάς και όχι ως προϊόν θρέψης, λόγω της μικρής σχετικά περιεκτικότητάς τους σε θρεπτικά στοιχεία (εξαιρούνται τα εμπλουτισμένα με άζωτο/φώσφορο/κάλιο/ασβέστιο κόμποστ). Στο λάκκο φύτευσης τοποθετούμε κόμποστ, μαζί με μικρή ποσότητα από φωσφορούχο και καλιούχο λίπασμα. Το κόμποστ διευκολύνει την εξάπλωση του ριζικού συστήματος και τα ορυκτά βοηθούν στη γρήγορη ανάπτυξή του.

 Κοπριές αγροτικών ζώων

Ο βιοκαλλιεργητής ελιάς μπορεί να επιλέξει είτε κοπριά συσκευασμένη από το εμπόριο είτε κοπριά που προέρχεται από μονάδα εκτροφής κοντά στην εκμετάλλευσή του. Υπάρχουν όμως διάφοροι περιορισμοί από τον Κανονισμό (ΕΚ) 834/07, όπως ότι οι εκτροφές αυτές θα πρέπει να είναι είτε βιολογικές ή τουλάχιστον εκτατικές (βλέπε Παράρτημα Ι, στο τέλος).

Στην περίπτωση προμήθειας κοπριάς απευθείας από μονάδα εκτροφής, ισχύουν οι ίδιες παρατηρήσεις για την ορθή κομποστοποίησή της (από τον κτηνοτρόφο ή τον ίδιο τον βιοκαλλιεργητή), όπως αναφέρθηκαν και για το κόμποστ. Μάλιστα, οι κίνδυνοι για τα ελαιόδεντρα από τη χρήση νωπής και μη ορθά ζυμωμένης κοπριά είναι αρκετά περισσότεροι και μεγαλύτεροι στην περίπτωση αυτή, ιδιαίτερα αν πρόκειται για κοτίσια κοπριά.

Στους πίνακες που ακολουθούν παρουσιάζεται η σύσταση διαφόρων ειδών κοπριάς σε ξηρή ουσία, σε οργανική ουσία και στα κύρια θρεπτικά στοιχεία (Πίνακας 3). Επίσης, αναφέρεται σε ποια σημεία διαφέρει η διαδικασία της κομποστοποίησης της κοπριάς από την χώνεψή της (Πίνακας 2).

Διαφορές μεταξύ χώνεψης κοπριάς και κομποστοποίησης

Χώνεψη κοπριάς

Κομποστοποίηση

Στοίβαση πυκνή Στοίβαση χαλαρή
Αερόβιες και αναερόβιες διεργασίες και

ζυμώσεις

Αερόβιες διεργασίες
Μικρές απώλειες σε ουσίες Μεγάλες απώλειες σε ουσίες
Αμετακίνητος σωρός Αναμόχλευση σωρού ανά τρίμηνο
Άζωτο ως ΝΗ3 και λευκώματα Άζωτο ως ΝΟ3
Χωρίς προσθήκη αργίλου (εδάφους)
ή CaCO3
Κατά προσθήκη αργίλου (εδάφους) και κατά περίπτωση CaCO3
Τα αργιλο-χουμικά σύμπλοκα θα σχηματιστούν στο χωράφι Τα αργιλο-χουμικά σύμπλοκα
σχηματίζονται στο σωρό

Παρακάτω δίνονται οι περιεκτικότητες σε θρεπτικά στοιχεία και άλλους παράγοντες της φρέσκιας, στεγνής και κομποστοποιημένης κοπριάς.

Μέση οργανική και ανόργανη σύσταση (%) της φρέσκιας κοπριάς διαφόρων ζώων

Είδη ζώων

Ξηρά ουσία

Οργανική ουσία

Ν

P2O5

K2O

CaO

MgO

Βόδι

23

20

0,40

0,16

0,50

0,45

0,10

Άλογο

29

25

0,60

0,28

0,53

0,25

0,14

Πρόβατο

36

32

0,80

0,23

0,67

0,33

0,18

Γουρούνι

20

18

0,55

0,76

0,50

0,40

0,20

Κότα

26

17

1,30

1,10

0,60

3,40

Σύσταση (%) διαφόρων ειδών στεγνής κοπριάς

Είδη ζώων

Οργανική ουσία

Ν

Ρ

Κ

Ca

Βόδι

45

1,5

1,5

4,0

4,1

Πρόβατο

35

1,5

0,6

0,6

0,9

Κότα

40-70

4,0

5,0

4,0

14,0

Περιεκτικότητα (%) θρεπτικών στοιχείων κομποστοποιημένης κοπριάς

Ξηρά ουσία

Οργανική ουσία

Ν

P2O5

K2O

CaO

MgO

pH

52,7

9,7

0,40

0,45

0,12

0,33

0,16

8,1

Γ) Άλλες ουσίες

Οι ουσίες αυτές αναφέρονται στο Παράρτημα Ι του Κανονισμού (ΕΚ) 889/08. Τις περισσότερες από τις ουσίες αυτές μπορεί να τις προμηθευτεί ο βιοκαλλιεργητής από το εμπόριο, σε μορφή λιπασμάτων και βελτιωτικών εδάφους, οργανικής ή ανόργανης προέλευσης.

Ως αρνητικό σχόλιο καταγράφεται η έλλειψη βάσης δεδομένων σε ευρωπαϊκό και εθνικό επίπεδο για το ποιες από τις εισροές που κυκλοφορούν στο εμπόριο είναι σύμφωνες με τους ευρωπαϊκούς Κανονισμούς και μπορούν να χρησιμοποιηθούν από τους βιοκαλλιεργητές. Το θέμα αυτό έχει έρθει πάλι στο προσκήνιο τον τελευταίο καιρό. Ας ελπίσουμε πως σύντομα θα δημιουργηθεί μια τέτοια βάση, ώστε οι βιοκαλλιεργητές να είναι εξασφαλισμένοι για τις εισροές που θα αγοράζουν. Είναι αυτονόητο πως μια τέτοια πρωτοβουλία πρέπει να υιοθετηθεί μόνο από κρατική υπηρεσία, δηλ. από το αρμόδιο Υπουργείο (ΥΠ.Α.Α.Τ.) με τις Διευθύνσεις του και σίγουρα όχι από τις εταιρίες παραγωγής/εμπορίας των εισροών και πολύ περισσότερο από τους Φορείς Πιστοποίησης, η άποψη των οποίων είναι χρήσιμη και αναγκαία, πλην όμως σε επίπεδο συμβουλών και όχι κρίσης ή αξιολόγησης.

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ I

Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 889/2008, Λιπάσματα και βελτιωτικά του εδάφους

Είναι σύνθετα προϊόντα ή προϊόντα που περιέχουν αποκλειστικά τα στοιχεία που περιλαμβάνονται στον ακόλουθο κατάλογο:

Ονομασία

Περιγραφή, απαιτήσεις σύνθεσης, όροι χρήσης

Κοπριά αγροτικών ζώων Προϊόν που αποτελείται αποκλειστικά από μείγματα

περιττωμάτων ζώων και φυτική ύλη (στρωμνή ζώων).

Η προέλευση από εντατικοποιημένη εκτροφή απαγορεύεται

Αποξηραμένη κοπριά και αφυδατωμένη

κοπριά πουλερικών

Η προέλευση από εντατικοποιημένη εκτροφή απαγορεύεται
Κομποστοποιημένα ζωικά περιττώματα,

συμπεριλαμβανομένης της

κομποστοποιημένης κοπριάς πουλερικών

καθώς και της κοπριάς αγροτικών ζώων

Η προέλευση από εντατικοποιημένη εκτροφή απαγορεύεται
Υγρά απεκκρίματα ζώων Χρήση μετά από ελεγχόμενη ζύμωση ή/και κατάλληλη αραίωση

Η προέλευση από εντατικοποιημένη εκτροφή απαγορεύεται

Οικιακά απορρίμματα που έχουν υποστεί λιπασματοποίηση ή ζύμωση Προϊόν που παράγεται από διαχωριζόμενα οικιακά απορρίμματα που έχουν υποστεί λιπασματοποίηση ή αναερόβια ζύμωση για παραγωγή βιοαερίου

Οικιακά απορρίμματα μόνο φυτικής και ζωικής προέλευσης

Μόνον όταν παράγονται σε αποδεκτό από το κράτος μέλος κλειστό και ελεγχόμενο σύστημα συλλογής.

Μέγιστη συγκέντρωση σε mg/kg ξηράς ύλης: κάδμιο: 0,7· χαλκός 70· νικέλιο 25· μόλυβδος 45· ψευδάργυρος 200· υδράργυρος: 0,4· 70· χρώμιο (σύνολο): 70· χρώμιο (VI): 0

Τύρφη Χρήση που περιορίζεται στη φυτοκομία (κηπευτικά, ανθοκομία, δενδροκομία, φυτώρια)
Απόβλητα καλλιέργειας μανιταριών Η αρχική σύνθεση του υποστρώματος περιορίζεται στα προϊόντα του παρόντος παραρτήματος
Περιττώματα σκωλήκων (κομπόστα γαιοσκωλήκων) και εντόμων
Γκουανό
Μείγματα φυτικών υλών που έχουν

υποστεί λιπασματοποίηση ή ζύμωση

Προϊόν που λαμβάνεται από μείγματα φυτικών υλών τα οποία έχουν υποστεί λιπασματοποίηση ή αναερόβια ζύμωση για παραγωγή βιοαερίου
Τα κατωτέρω προϊόντα και υποπροϊόντα ζωικής προέλευσης:

αιματάλευρο (ξηρό αίμα)

άλευρο οπλών

άλευρο κεράτων

οστεάλευρο ή αποζελατινοποιημένο

οστεάλευρο

ιχθυάλευρο

κρεατάλευρο

φτερά, μαλλιά και άλευρο «chiquette»

μαλλί

γούνα

τρίχωμα

γαλακτοκομικά προϊόντα

Μέγιστη συγκέντρωση σε mg/kg ξηράς ουσίας χρωμίου (VI): 0
Προϊόντα και παραπροϊόντα φυτικής

προέλευσης για λιπάσματα

π.χ. ελαιούχοι σπόροι, μεμβράνες κακάου, ριζίδια βύνης
Φύκια και προϊόντα φυκιών Εφόσον λαμβάνονται απευθείας από:

i) φυσική επεξεργασία, συμπεριλαμβανομένης της

αφυδάτωσης, της ψύξης και της άλεσης,

ii) εκχύλιση με νερό ή με όξινα ή/και αλκαλικά διαλύματα,

iii) ζύμωση.

Πριονίδια και θρύμματα ξύλου Από ξύλο που δεν έχει υποστεί χημική επεξεργασία μετά την υλοτόμηση
Κομποστοποιημένοι φλοιοί δένδρων Από ξύλο που δεν έχει υποστεί χημική επεξεργασία μετά την υλοτόμηση
Τέφρα ξύλου Από ξύλο που δεν έχει υποστεί χημική επεξεργασία μετά την υλοτόμηση
Μαλακά φυσικά φωσφορικά ορυκτά αλεσμένα Προϊόντα που προσδιορίζονται στο σημείο 7 του

παραρτήματος Ι.Α.2 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2003/2003 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου(1) όσον αφορά τα λιπάσματα, 7

Περιεκτικότητα σε κάδμιο κατώτερη ή ίση προς 90 mg/kg P205

Φωσφορικό αργίλιο-ασβέστιο Προϊόν που προσδιορίζεται στο σημείο 6 του παραρτήματος IA.2. του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2003/2003,

Περιεκτικότητα σε κάδμιο κατώτερη ή ίση προς 90 mg/kg P205

Χρήση περιορισμένη στα αλκαλικά εδάφη (ph> 7,5)

Σκωρίες αποφωσφατώσεως Προϊόν που προσδιορίζεται στο σημείο 1 του παραρτήματος IA.2. του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2003/2003
Ακατέργαστα άλατα καλίου ή καϊνίτης Προϊόν που προσδιορίζεται στο σημείο 1 του παραρτήματος IA.3. του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2003/2003
Θειικό κάλιο το οποίο περιέχει

ενδεχομένως άλας μαγνησίου

Προϊόν που παράγεται από ακατέργαστο καλιούχο άλας με φυσική διαδικασία εκχύλισης και που είναι δυνατό να περιέχει και άλατα μαγνησίου
Βινάσση και εκχυλίσματα βινάσσης Εξαιρούνται οι αμμωνιακές βινάσσες
Ανθρακικό ασβέστιο

(κρητίδα, μάργα, αλεσμένος

ασβεστόλιθος, βελτιωτικό της Βρετάνης, φωσφορικός ασβεστόλιθος, κλπ.)

Μόνο φυσικής προέλευσης
Ανθρακικό μαγνήσιο και ασβέστιο Μόνο φυσικής προέλευσης

π.χ. μαγνησίτης, αλεσμένο μαγνήσιο, ασβεστόλιθος

Θειικό μαγνήσιο (κισερίτης) Μόνο φυσικής προέλευσης
Διάλυμα χλωριούχου ασβεστίου Θεραπεία φυλλώματος μηλιών μετά τον εντοπισμό έλλειψης ασβεστίου
Θειικό ασβέστιο (γύψος) Προϊόντα που προσδιορίζονται στο σημείο 1 του παρατήματος ΙΔ. του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2003/2003.

Μόνο φυσικής προέλευσης

Βιομηχανική άσβεστος για παραγωγή ζάχαρης Υποπροϊόν παραγωγής ζάχαρης από ζαχαρότευτλα
Βιομηχανική άσβεστος από παραγωγή ζάχαρης Βιομηχανική άσβεστος από παραγωγή αλατιού σε κενό
Στοιχειακό θείο Προϊόντα που προσδιορίζονται στο παράρτημα IΔ.3 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2003/2003
Ιχνοστοιχεία Ανόργανα μικροθρεπτικά στοιχεία που απαριθμούνται στο μέρος Ε του παραρτήματος Ι του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2003/2003
Χλωριούχο νάτριο Αποκλειστικά από ορυκτά άλατα.
Σκόνη πετρωμάτων και άργιλοι

Πηγή: Η Οργανική Λίπανση στην βιολογική καλλιέργεια της ελιάς

Related posts